Η Διπολική σκέψη.

Η δοκιμασία για μιας πρώτης τάξεως ευφυΐα είναι η ικανότητα να συγκρατείς δύο αντίθετες ιδέες στο μυαλό, ταυτόχρονα (F.Fitzgerald)
Η διπολική σκέψη αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με βάση τη διχοτόμηση. Η διευθέτηση του εσωτερικού μας κόσμου στηρίζεται στη διχοτόμηση. Η αποτελεσματική λειτουργία της επομένως, αποτελεί προαπαιτούμενο της μεταγενέστερης απαρτίωσης και θεμέλιο της κριτικής λειτουργίας της νόησης.

Η διχοτόμηση είναι επίσης χρήσιμη, επειδή συμβάλλει στην αναστολή συγκινησιακών καταστάσεων έντονης αγωνίας, αφήνοντας έτσι περιθώρια στο άτομο να καταλήξει σε μια απόφαση, να κάνει τις ηθικές του επιλογές ή να διαμορφώσει μια γνώμη.

Η διχοτόμηση μπορεί να είναι ευεργετική όσο και παθολογική. Η ευρέως παρατηρούμενη τάση να διχάζουμε τον κόσμο γύρω μας σε μαύρο ή άσπρο, καλό ή κακό,σωστό ή λάθος, αγάπη ή μίσος, δίκαιο ή άδικο, όμορφο ή άσχημο, παράδεισο ή κόλαση, νίκη ή ήττα, επιτυχία ή αποτυχία, διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της ζωής και επηρεάζει βαθιά τις στάσεις μας όχι μόνο απέναντι σε κοινωνικούς, πολιτικούς ή θρησκευτικούς θεσμούς, αλλά και στις διαπροσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικές, και επαγγελματικές μας σχέσεις.

Η διχοτόμηση είναι πρωτόγονος/ανώριμος αμυντικός μηχανισμός που χρησιμοποιείται από το άτομο όταν αδυνατεί να αποφύγει τη σύγκρουση που προκαλούν τα αμφιθυμικά συναισθήματα που του προκαλούν οι σχέσεις και ο εαυτός του.

Αποτελεί αποτυχία αντιμετώπισης του άγχους και ανικανότητα διαχείρισης των αντιφατικών συναισθημάτων. Όταν τα συναισθήματα προβάλλονται στο περιβάλλον αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα άτομα να χωρίζουν το περιβάλλον σε καλά και κακά μέρη.

Η διχοτόμηση είναι αποτέλεσμα της μη ομαλής ανάπτυξης του «Εγώ» και αποτυχίας της ανάπτυξης τεσσάρων λειτουργιών του «Εγώ» :

της διαχείριση της πραγματικότητας,
της ανοχής στην απογοήτευση,
της αντίστασης στον παρορμητισμό
της σταθερότητας στις σχέσεις.
Η σκέψη ως υπνωτικό χάπι
Η παθολογική όψη της διχοτόμησης στερείται συλλογισμού και σύνθεσης. Αδυνατεί να συλλάβει το φάσμα των πιθανών καταστάσεων που συμβάλλουν στην εμφάνιση μιας συμπεριφοράς ή/και στην πρόκληση ενός γεγονότος. Κινείται σε αυστηρά γραμμική αντίληψη των πραγμάτων και υπολείπεται ολιστικής και πολυδιάστατης νόησης.

Η διπολική σκέψη ηχεί τη μονοδιάστατη αντίληψη των πραγμάτων και σε αυτό συμβάλλει και η λειτουργία της γλωσσικής έκφρασης, όπου η πρόταση γίνεται όλο και πιο σύντομη και σε αυτήν, τονίζεται το υποκείμενο. Έτσι είναι αδύνατο να συσταλεί σε μία μονολεκτική διατύπωση. Η απομονωμένη λέξη ξεφεύγει από την αρχή της αντίφασης. Δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η αλήθεια της ούτε να της αντιπαραβληθεί μία αντιφατική πρόταση. Η σκέψη που δεν κοπιάζει ή αδυνατεί να συλλάβει το ενδιάμεσο φάσμα που διέρχεται μεταξύ δύο αντιθέτων εννοιών και καταστάσεων, αφοπλίζει τον ανθρώπινο νου από τις κριτικές ικανότητές του και του επιβάλλει ως δεδομένο ό,τι είναι λογικά αντιφατικό. Έτσι η σκέψη γίνεται υπνωτικό χάπι. Η γλώσσα αποκτάει μια καθαρά μαγική ή εκτελεστική λειτουργία.

Η διπολική σκέψη διέπει όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας καθιστώντας την ανυπόφορη κι εμάς αδύναμα, αδικημένα, ανυπεράσπιστα και οργισμένα θύματά της, συναισθηματικά ακρωτηριασμένα.

Όλες οι σχέσεις αγάπης περιέχουν αμφιθυμικά συναισθήματα
«Είμαι θυμωμένη μαζί σου, αυτό, όμως δεν αλλάζει το ότι σε αγαπώ και σε νοιάζομαι»

Ο Freud διαπιστώνει πως η αμφιθυμία εμπλέκεται σε όλες τις στενές και διαπροσωπικές σχέσεις. Ενώ συνειδητά αισθανόμαστε πραγματική και ρεαλιστική αγάπη προς τον σύζυγο, σύντροφο, γονέα ή το παιδί μας, υποδόρια συναισθήματα, φαντασιώσεις και σκέψεις που αφορούν ανεκπλήρωτες ανάγκες καιροφυλακτούν να εμφανιστούν από τον ασυνείδητο «κόσμο» μας.

Αυτό, δεν πρέπει να μας τρομάζει, γιατί δεν πρόκειται να μας καταβροχθίσει, όπως νομίζουμε. Αντιθέτως, η αγάπη και το μίσος αποτελούν τις όψεις του ίδιου νομίσματος που απεικονίζει την ανθρώπινη φύση μας και την σχέση μας ως προς τον εαυτό μας και ως προς τους σημαντικούς «άλλους» της ζωής μας. Δεν είναι παθολογικό. Γίνεται παθολογικό όταν το αρνούμαστε.

Η διπολική αντίληψη της πραγματικότητας, θεωρείται πρωτογενές φαινόμενο της ψυχοδιανοητικής ζωής στη βρεφική ηλικία.

Σύμφωνα με την Melanie Klein, κάθε άνθρωπος και συνεπώς κάθε σχέση περιέχει το καλό και το κακό και τις ενδιάμεσες διακυμάνσεις και αποχρώσεις. Όμως η εκπαίδευση που λαμβάνουμε και η αποτύπωση της πραγματικότητας μέσα από το δημόσιο λόγο αντιμετωπίζει τα γεγονότα, τον άνθρωπο και τις συμπεριφορές ως δίπολο, δηλ., είτε ως καλές είτε ως κακές. Εξαιτίας του στρες τα άτομα χάνουν την ικανότητά τους να βλέπουν το καλό και το κακό στο ίδιο αντικείμενο. Καταλήγουν να το αντιλαμβάνονται είτε ως καλό είτε ως κακό, χωρίς ενδιάμεσες συναισθηματικές αποχρώσεις και λογικές πιθανότητες.

Από την ψυχαναλυτική προσέγγιση μαθαίνουμε ότι το βρέφος βιώνει και ενδοβάλλει δύο κατηγορίες αντιφατικών εμπειριών: αφενός τα «καλά», χορταστικά συναισθήματα φροντίδας, τα οποία συνδέονται με μια ευτυχισμένη κατάσταση που προκαλείται από την τροφή, τη ζεστασιά και την απτική επαφή με τη μητέρα, και αφετέρου τα «κακά» συναισθήματα που συνδέονται με τον αποχωρισμό, την εγκατάλειψη, την πείνα και την αίσθηση του υγρού και του κρύου. Όλα αυτά αποτελούν τον πυρήνα των συναισθημάτων αγάπης και μίσους και αποτελούν εκδηλώσεις των ενορμήσεων της ζωής και του θανάτου.

Ο μόνος τρόπος που διαθέτει το βρεφικό «εγώ», για να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία είναι να κρατά χωριστά το καλό από το κακό. Το βρέφος ενδοβάλλει και ταυτίζεται με τις εμπειρίες του καλού «εγώ», ενώ διαχωρίζει και αποπέμπει τα κακά «μη εγώ» συναισθήματα και τα προβάλλει προς τα έξω. Αυτή η διχοτόμηση αποτρέπει τη σύγκρουση που προκαλούν τα αμφιθυμικά συναισθήματα αγάπης και μίσους προς τη μητέρα, που είναι στην πραγματικότητα ένα και το αυτό πρόσωπο.

Η «διχοτόμηση»είναι φαινόμενο με δύο όψεις.
Σύμφωνα με το ψυχαναλυτικό μοντέλο, η διχοτόμηση, από τη μια αποτελεί αναγκαία άμυνα, η οποία επιτρέπει να επωαστεί μια βασική αίσθηση αυταξίας και καλοσύνης, απρόσβλητη από τα κακά συναισθήματα της οργής και της απογοήτευσης. Η σωστή μητρική φροντίδα μετριάζει τις σύμφυτες τάσεις του βρέφους να διχοτομεί. Ο συντονισμένος γονέας, δηλαδή, ο αποδεκτικός γονέας, επιτρέπει σε αυτά τα κακά συναισθήματα, τα οποία κατακλύζουν το παιδί, να υπάρχουν και να μπορεί το παιδί να τα εκφράζει χωρίς να φοβάται πως απειλείται από την απόρριψη του γονέα. Αυτή, η αποδοχή από την πλευρά του γονέα οδηγεί το παιδί σε κατάσταση απαρτίωσης των αρνητικών συναισθημάτων του στο σύνολο της ψυχικής του λειτουργίας.
Από την άλλη πλευρά η ελλιπής γονεϊκή φροντίδα, το ελλειμματικό οικογενειακό περιβάλλον αποτελούν το δομικό έδαφος της διχοτόμησης.

Η διχοτόμηση μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα είδος φρένου της ανάπτυξης, εάν η αποτοξινωτική διάθεση του γονιού, δηλαδή, να ανακουφίσει το παιδί από το εσωτερικό του μαρτύριο, δεν είναι στη διάθεση του βρέφους, λόγω παραμέλησης, ασυνέπειας και κακοποίησης τότε τα κακά (βασανιστικά) συναισθήματα γίνονται πολύ έντονα και κυριολεκτικά ανυπόφορα, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να απαρτιωθούν.

Τα όρια της σκέψης μου είναι τα όρια του κόσμου μου
Στο ταξίδι της αμφιβολίας τους από το πριν στο μετά οι άνθρωποι, αυτοί οι γνωστοί-άγνωστοι που ασύλληπτοι συνεχίζουν να διεκδικούν την αγωνία και το αύριο, έχουν την ευκαιρία και την υποχρέωση να νιώσουν και να σκεφθούν πολλά. Για τον εαυτό τους και τους άλλους. Για την εικόνα και την ουσία του κόσμου. Για το εντός και το επέκεινα. Στην προσπάθειά τους αυτή ο πιο αφοσιωμένος σύμμαχος και εχθρός βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κεφάλι τους. Εκεί που εγκέφαλος και νους πασχίζουν ασταμάτητα να δώσουν μορφή και νόημα σε στοιχεία και στοιχειά.

Έχουμε ποτέ αμφισβητήσει την φύση της πραγματικότητάς μας;
Η αμφιβολία απορρέει από την συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος μας διέπεται από ασυνέπεια και (σύμφωνα με τον Αριστοτέλη) μέγιστη ασάφεια, και ότι αυτά που γνωρίζει ο καθένας μας είναι απειροελάχιστα σε σχέση με αυτά που δεν γνωρίζει. Η αμφιβολία είναι η επώδυνη μύηση στην επίγνωση, στην αυταξία, στον αυτοέλεγχο, στην αυτοεκτίμηση, στην ωριμότητα Είναι αρετή και η σκέψη πως οποιαδήποτε στιγμή η ζωή μας μπορεί να αλλάξει από ένα τυχαίο γεγονός, χωρίς καμία προειδοποίηση. Είναι σίγουρο πως η αμφιβολία μας ξεβολεύει γιατί βασική της προϋπόθεση είναι η εγρήγορση και η ετοιμότητα, ενώ ο άνθρωπος συνήθως έχει την ανάγκη να πιστεύει σε βεβαιότητες και να αντιλαμβάνεται την ζωή του με βάση διπολικές πεποιθήσεις προκειμένου να παραμένει αδρανής και υποταγμένος σε πρωτόγονα ένστικτα, ακριβώς όπως τα βρέφη διαχωρίζουν σε «καλή» και «κακή» μαμά.

Στη θεραπεία
Πώς ο γονιός ανακουφίζει (θεραπεύει) το παιδί

Το παιδί ζει μέσα σε ένα σύννεφο που χαρακτηρίζεται λιγότερο από μακαριότητα και περισσότερο από φθόνο, οργή και απογοήτευση. Η κατάσταση αυτή εξισορροπείται όταν, με τη βοήθεια του γονιού, το βρέφος έρχεται να αναγνωρίσει την αγάπη του για τον «καλό» γονιό και παράλληλα συνειδητοποιεί ότι το πρόσωπο του μίσους και του φόβου του είναι το ίδιο πρόσωπο που αγαπά και από το οποίο εξαρτάται, έτσι το καλό και το κακό, η αγάπη και το μίσος συγχωνεύονται. Η αμφιθυμία σχετίζεται με την συναισθηματική ωρίμανση. Η μητέρα δηλαδή, είναι τόσο πηγή φροντίδας όσο και ματαιώσεων. Η ενοχή και η «κατάθλιψη» που συνδέονται με την συνειδητοποίηση αυτή ενισχύει την εμβάθυνση της κατανόησης του εαυτού αλλά και των άλλων, και αποτελεί το ερέθισμα για επανορθωτικές και δημιουργικές πράξεις. Η αλληλενέργεια ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις συνεχίζεται καθ΄όλη τη διάρκεια της ζωής και χαρακτηρίζει τους ρυθμούς όλων των μειζόνων σημείων κρίσης της ψυχολογικής ανάπτυξης. Η αντοχή στην αμφιθυμία συνεπάγεται την επικράτηση της αγάπης επάνω στο μίσος.

Πώς ο ενήλικας θεραπεύει (ανακουφίζει) τον εαυτό του

«δεν παραμένουμε στις γερές και σταθερές βάσεις της άγνοιας» (F.Nietzsche)
Η θεραπεία μέσα από τον λόγο, την σιωπή, την κίνηση, ενεργοποιεί τις αισθήσεις, κινητοποιεί δημιουργικά την περιέργεια που οφείλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας και στοχεύει στην έναρξη μίας εσωτερικής συζήτησης, η οποία συνεχίζεται και όταν φύγουμε από το περιβάλλον της θεραπείας. Αυτή, η εσωτερική συζήτηση ανακαλύπτει και μας αποκαλύπτει γιατί σκεφτόμαστε έτσι όπως σκεφτόμαστε, γιατί φερόμαστε έτσι όπως φερόμαστε, δηλ., μας οδηγεί στη Μεταγνώση, που αποτελεί και έναν από τους βασικούς στόχους κάθε θεραπείας.

Ξεβολευόμαστε από την συνήθεια που αγκυλώνει τη σκέψη και τη δράση μας. Στη θεραπεία καθώς μιλάμε, ακούμε τον εαυτό μας να μας μιλάει και παράλληλα να κατανοεί τα λεγόμενά του, καθώς ξετυλίγονται οι συνειδητές σκέψεις μας ενώ παράλληλα ξεπηδούν οι υποσυνείδητες αγωνίες μας. Ξεπερνάμε τον «εγωκεντρισμό» μας, ανακαλύπτουμε και βιώνουμε το συναίσθημά μας, διερευνάμε τους φόβους, τις αγωνίες, τις επιθυμίες και τα ασυνείδητα κίνητρα που υποκινούν τη δράση μας. Απομυθοποιούνται οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπά μας. Ενισχύεται η βαθύτερη, ειλικρινής και πληρέστερη γνώση μας για τα συναισθήματά μας και τις σκέψεις μας.

Η σκέψη γίνεται ευέλικτη καθώς ανακτά την εγγενή ιδιότητα του εγκεφάλου, την πλαστικότητα, κατά την οποία μπορούμε ταυτόχρονα να επεξεργαστούμε πολλές και αντιφατικές πληροφορίες,, να εντοπίσουμε και να χρησιμοποιήσουμε τις διαθέσιμες πηγές από τις οποίες μπορούμε να αντλήσουμε ενέργεια και δύναμη, να βρούμε και να εκμεταλλευτούμε τις εναλλακτικές επιλογές μας. Έτσι, βγαίνουμε από τα στενά όρια της υποκειμενικότητάς μας, βλέπουμε τα πράγματα από διαφορετική οπτική και καταλήγουμε να αλλάξουμε την πορεία της σκέψης και της διάθεσής μας απέναντι σε ό,τι αφορά την ζωή και την καθημερινότητά μας.

Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία μαθαίνουμε να κατανοούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μας προκαλούν οι επιλογές μας, μπορούμε να προβλέψουμε τα αποτελέσματα των επιλογών μας. να αναλάβουμε ρίσκα που δεν τολμούσαμε να διανοηθούμε. Διευρύνονται οι ορίζοντές μας και είμαστε ανοιχτοί σε νέα γνώση.

Η σωστή έκφραση του απωθημένου, έτσι όπως επανεμφανίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής σχέσης, έχει ως συνέπεια να αποκαταστήσει την τάξη στην προσωπική μας ιστορία και να απαλλάξει τα ένστικτά μας από την τάση να επαναλαμβάνουμε ό,τι εμποδίζει την ελευθερία μας. Γινόμαστε οι κύριοι του εαυτού μας και το κάνουμε με μπόλικη δόση χιούμορ.

Source: e-psychology.gr

Advertisements